η ταμπακιέρα

Πρώτη Ιανουαρίου 2008 ώρα μία και μισή πρωϊνή.

Ένα αγαπημένο χέρι μου χάρισε μια ταμπακιέρα. Πορτοκαλί. Όπως και η γραμμή στο φίλτρο.

Θυμήθηκα το πρώτο τσιγάρο στην προεφηβεία μου. Τότε ήταν το δικό μου χέρι που πρόσφερε τσιγάρο. Κάτω από τον πλάτανο του δημοτικού που τώρα έχουν κόψει.

Συγκινήθηκα. Στα τριανταένα μας είμαστε εικοσιεφτά χρόνια φίλες.

Καμμιά φορά νιώθω οτι είναι παραπάνω από μια ζωή.

Μου είπε τα χριστούγεννα πιο τραγούδι θέλει να ακούμε στην κηδεία της.

Λύγισα και άλλαξα κουβέντα. Δεν της είπα πως η αγάπη μου γι΄αυτήν είναι τόσο μεγάλη που πλανιέται στο σύμπαν.

Έτσι αν φύγει πρώτη θα βρεί την αγάπη μου εκεί που θα πάει και όλα θα της μοιάζουν οικεία.

Αν φ’υγω εγώ θα έχει τριγύρω την αγάπη μου να τη ζεσταίνει.

Το 2007 μου έκανε ένα υπέροχο δώρο. Γέννησε τον βαφτισημιό μου. Ολοκληρώθηκε με αυτήν την γέννηση και χάρισε σε όσους την αγαπάμε απέραντη ευτυχία.

Κοιτάζω την πορτοκαλί ταμπακιέρα. Βλέπω σε μια τόσο μικρή ορθογώνια εικόνα όλα τα δώρα που μου έχει κάνει.

Σ΄ευχαριστώ που είσαι φίλη μου. Κάνεις τα πάντα να μοιάζουν ευκολότερα…

ΚΟΜΜΑΤΙΑ

Μέσα από μια αλμύρα ανατριχιαστική, γεννήθηκε ένα διαμάντι που

απελευθερώθηκε από την άκρη όσων βλέπω..

..Προσπέρασε την αρχή του άλλοτε χαμόγελου , για να πέσει στο στήθος

ελαφραίνοντας την ψυχή μου.

Τότε εκπληρώθηκε ο λόγος ύπαρξής μου

αφήνοντάς μου λυγμούς για συντροφιά.

ΥΠΕΡΔΙΕΓΕΡΣΗ

Το σώμα βρίσκεται σε κατάσταση πανικού!   Έχω αϋπνία.  Αν κι είμαι τρομερά κουρασμένη, τ ί π ο τ α.  Χτες το μεσημέρι είχα έναν επισκέπτη στο σώμα μου .Παραδόξως ταιριάξαμε πολύ καλά.
Για αρκε΄τες ώρες μετά είχα ένα μούδιασμα στα άκρα και ένα μόνιμο χαμόγελο στο πρόσωπο που έδινε έμφαση στην έντονη λάμψη των ματιών μου. Ένα εσωτερικό τρέμουλο μου θυμίζει καταστάσεις φρίκης που είχα ζήσει στο παρελθόν αλλά αυτή τη φορά η αιτία είναι μάλλον ευχάριστη.
¨Οταν κατάκοπη έπεσα να κοιμηθώ το στομάχι και η κοιλιά μου μουέδιναν συνεχώς ένα περίεργα ευχάριστω συναίσθημα σφιξίματος και άλλαζαν συνεχώς θέση δίνοντάς μου την εντύπωση οτι ήθελαν να μετακομίσουν!!!
Η καρδιά μου άλλαζε συνεχώς την  σταθερή πάνω αριστερά θέση(που συνληθως έχει) κάνοντας περιπολία στο σώμα μου.
Μου ήταν πλέον φανερό το σώμα μου και το μυαλό μου δεν ήταν τα μόνασε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Ήταν και η ψυχή μου
Με πήρε ο ύπνος μετά από ώρες για να ξυπνήσω μια ώρα μετά έτσι χωρίς λόγο.
Θέλω να ησυχάσω μα δε γίνεται.
Δοκίμασα όσες τεχνικές ξέρω για να κοιμηθώ αλλά το ξημέρωμα μου κλείνει πονηρά το μάτι. Με βρίσκει με κομμένη την όρεξη για φαϊ (που να το ξερα να έτρωγα πριν τη συνεύρεση!)και δυο τασάκια γεμάτα αποτσίγαρα.
Μέχρι τις τέσσερις αναρωτιόμουν πότε θα φύγει η επιρροή. Η επιρροή από τη δόση έρωτα που πήρα δεν φεύγει με τίποτα. Δεν είμαι μαθημένη στα σκληρά ναρκωτικά .
Παρατηρώ τα pokemon έκαναν τη δουλειά τους. Η καρδιά μου σταθεροποιήθηκε στην πάνω αριστερά της θέση . Τα υπόλοιπα παραμένουν
…και σκέφτομαι πως χάριν των συμπτωμάτων μου έβαλα σε πολύ ψηλό βάθρο έναν άνθρωπο που προσκάλεσα με την ψυχή μου και ανταποκρίθηκε εγκάρδια. Έτσι χωρίς ιδιαίτερο λόγο , με μια ματιά, έβαλα τον προσκεκλημένο μου σε μια θέση τόσο ψηλά που είναι σίγουρο πως όταν θα τον ρίξω από κει (ή όταν πέσει μόνος του) η κρούση θα είναι αναπόφευκτη και για τους δυό μας.
Πώς γίνεται η ψυχή να χαμογελάει και το σώμα να γαληνεύει μπροστά σε ένα προδιαγραμμένο έγκλημα;
Πόσο εγωϊστικός μπορεί να είναι ο έρωτας;
Απάντηση καμμιά…Η λογική έχει παραχωρήσει τη θέση της στην τρέλα των συναισθημάτων μουγια να επιστρέψει όταν θα πέφτω μαζί του από το βάθρο για να με σώσει.
Παρ΄όλο που έχω επίγνωση της κατάστασης ακόμα νυσταζω.
Δεν την παλεύω με τίποτα
Η εφηβεία που θα μπορούσε να μου δώσει δύναμη με έχει προσπεράσει εδώ και χρόνια, για να μοιράσει τις ορμόνες τις σε αυτούς που τις δικαιούνται.
Μόνο η εφηβεία θα με βοηθούσε να αντέξω κάτι τόσο δυνατό χωρίς λόγο.
Τα τριάντα και ένα μου , μου δίνουν αντοχές για βαθιές αγάπες , για δημιουργία, για παρα πολλά όχι όμως για τον έρωτα με την πρώτη ματιά.
Επικαλούμε αυτή την δύσκολη ώρα την έφηβη που ήμουν κάποτε να με βοηθήσει,αλλά δεν ξέρει τον τρόπο. Τότε δεν ερωτευόμουν με την πρ΄ώτη ματιά.
Στα εικοσιένα μου έπαθα κάτι τόσο δυνατό όχι όμως με την πρώτη ματιά.Το ένιωσα , το γεύτικα, το έζησα χωρίς φόβο και…καταστράφηκα! Απλά.
Έκανα πολύ καιρό να μαζέψω τα κομμάτια μου, και όσα στην ταραχή μου δεν κόλλησα καλά ,τα γιάτρευα με υπομονή και αγάπη για χρόνια.
Το ίδιο όνομα, η ίδια δύναμη συναισθημάτων, το ίδιο άρωμα του έρωτα.
Χωρίς επιλογή δηλώνω καλοδεχούμενος    μόνο  που αν γίνεται  να κοιμηθώ για λίγο!

δώστε λύσεις. η ασθένεια δεν με ενοχλεί, τα συμπτώματα να φύγουν γιατι δεν παλεύονται 


 

ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ

Σαν ψίθυρος ανέμου
Σαν υπόσχεση που δώθηκε
Σαν πίνακας που δεν ολοκληρώθηκε
Σαν σκέψη που δεν διαβάστηκε

Αυτό ήταν που έζησα

μαζί σου…


 

ΔΥΣΚΟΛΕΣ ΩΡΕΣ

Αυτός κάθεται ακουμπησμένος στο γραφείο δήθεν αδιάφορος. Αυτή κουρασμένη από τα σκηνικά αυτού του τύπου δεν δίνει σημασία. Η έλξη ανύπαρκτη. Αυτός είναι ο βραδυνός ρεσεψιονίστ. Αυτή είμαι εγώ. Επιτέλους είμαι στα νερά μου. Στον κλάδο του τουρισμού. Εργάζομαι και μένω εδώ. Ο γιός μου δεν με ακολούθησε ακόμη. Η μοναξιά μου απερίγραπτη. Το όνειρό μου μισό. Περιμένω πότε θα αλλάξει γνώμη και θα έρθει μαζί μου. Τον έχω ανάγκη. Και του λείπω πολύ. Ως τότε το εβδομαδιαίο μου πήγαινε-έλα δεν μπορεί να καλύψει το κενό.
Τα πράγματα εδώ μέτρια προς το χάλια. Λίγοι άνθρωποι άγνωστοι μεταξύ μας εργαζόμαστε και διαμένουμε στον ίδιο χώρο. Τρέλα. Μοιάζει με εναλλακτική πραγματικότητα. Μάλλον με ριάλιτι που στην αρχή είναι όλο ευγένειες και σιγά σιγά ξεσκίζονται μεταξύ τους. Υπάρχουν κι εδώ προτεινόμενοι. Και μπορώ να πω πως κάθε βδομάδα αλλάζουν και τα δεδομένα. Εγώ ατάραχη. Δεν ήρθα να κάνω φιλίες, ήρθα να εργαστώ. Εργάζομαι υπερωρίες και μερικές δεν τις χρε’ωνω. Δεν τις χρεώνω γιατί κάθομαι να βοηθήσω συναδέλφους. Ακόμα δεν έχουν καταλάβει οτι είναι θέμα χαρακτήρα. Βοηθάω γιατί έτσι γεννήθηκα να κάνω. Ούτε θύμα είμαι, ούτε γλύφω κανέναν, ούτε χαζή είμαι. Απλά μου αρέσει η δουλειά μου. Τα στραβά θέλω να τα διορθώσω. Αυτό τίποτα άλλο. Δεν με ενδιαφ’ερει τι κάνουν οι άλλοι. Με νοιάζει οι άλλοι να νιώθουν καλά. Και αν είναι δυνατόν να τους κάνω να αγαπήσουν αυτό που κάνουν όσο το αγαπάω και εγώ. Αν πάλι δεν γίνεται να το αγαπήσουν προσπαθώ να τους κάνω να νιώσουν άνετα. .Έτσι και τώρα., είμαι για ακόμα μια νύχτα κατάκοπη και αντί να πάω για ύπνο κάνω παρέα στον βραδυνό που νιώθει μόνος.  Καλά περνάμε μόνο που ξημέρωσε. Δεν θέλω να κοιμάμαι πια μακριά από το παιδί μου. Η ανάγκη μου να βοηθιήσω κάποιον μου έδωσε τη λύση. Έχουμε επικοινωνία ,διασκεδάζουμε, είναι καλός ακροατής  και το χιούμορ μας δίνει δύναμη να ξεπεράσουμε τις δυσκολες ώρες

ΑΥΡΙΟ

Ανάβω ένα τσιγάρο. Αργά απολαυστικά τραβάω μια γερή τζούρα. Κοιτάω τα σχήματα που κάνει ο καπνός. Φυσάω δυνατά και τα καταστρέφω. Ήρθε η ώρα να αποφασίσω. Ότι και να γίνει κάτι έχω να χάσω , κάτι να κερδίσω. Θέμα ζυγαριάς. Ζυγίζω. Τα θέλω μου από τη μια τα μπορώ μου από την άλλη.Κάπου ε’οιχα διαβάσει οτι ο ολοκληρωμένος άνθρωπος δεν πέφτει ποτέ σε διλλήματα. Έχει σκεφτεί από πριν τη θέση του και έτσι ξέρει την απάντηση πριν την ερώτηση. Κι εγώ έτσι είμαι. Έχω διαλέξει από χρόνια. Όμως ήρθε η στιγμή που πρέπει να ζυγίσω. Να διαλέξω …Τελείωσε το τσιγάρο. Το φως της οθόνης του υπολογιστή, φόντος για το παρελθόν μου. Ο δρόμος μου καθαρός όπως και οι ιδέες μου. Τα στιγμιότυπα φρικιαστικά. Εγώ και οι ιδέες μου. Η ανατριχίλα που προκάλεσαν στους άλλους. Η επιβίωση και ο στόχος. Τα σύννεφα που με σκέπασαν τα αστέρια που με καθοδήγησαν. τα βουνά που ανέβηκα και οι γκρεμοί που με ρίξανε. Όλα σε ταινία δευτερολέπτων. Η ζυγαριά πρέπει να φύγει. Δεν μου λέει κάτι. Πάντα μόνη μου έβρισκα την άκρη. Έτσι και τώρα. Θα ψάξω μέσα μου . Από αύριο…Σήμερα απλά ξέρω τί έκανα. Αυριο θα αποφασίσω τί θα κάνω. Η νύχτα με τυλίγει. Θα βγω να περπατήσω. Οι μυρωδιές τις νύχτας θα καθαρίσουν το μυαλό μου. Ο γυρισμός στο σπίτι θα γεμίσει τα κενά μου. Το λιγόλεπτο περπάτημα μου φτάνει. Το φεγγάρι θα με κάνει να ερωτευθώ. Περπατώντας θα νιώσω ερωτεύσιμη. Ο έρωτας θα με ταξιδέψει μακριά. Κι ας μην έχει μορφή, προορισμό…Θα με τυλίξει με το πέπλο του κι εγώ θα νιώσω το συναίσθημα . Μόνο αυτό. Κι όταν φτάσω στη φωλιά μου θα είμαι αρκετά δυνατή. Τόσο που μπορεί και να κοιμηθώ το βράδυ. Να έχω δύναμη για το αύριο……………….

Εγώ και ο Πανικός

Εδώ και ενάμιση χρόνο έχω καλωσορίσει στη ζωή μου έναν καινούριο φίλο. Τον πανικό. Στην αρχή είχαμε προβλήματα. Μου πρωτοεμφανίστηκε μια Κυριακή βράδυ. Ετοιμαζόμουν να πάω για δουλειά ( δούλευα σε ένα μπαράκι) και χωρίς λόγο άρχισα να πρήζομαι και να μου κόβεται η ανάσα. Βλέπαμε Γρηγόρη στην τηλεόραση όμως δεν νομίζω να έπαιξε κάποιο ρόλο αυτό. Μετά από λίγο νιώθω ένα εσωτερικό τρέμουλο και τον λαιμό μου να κλείνει μην αφήνοντας πεισματικά το οξυγόνο να μπει μέσα μου. Βγήκα στο μπαλκόνι με τον αδερφό μου δοκίμασα κάποιες τεχνικές, αλλά τίποτα. Ένα περίεργο συναίσθημα θανάτου με είχε πλημμυρίσει χωρίς να καταλαβαίνω γιατί. Η μύτη μου μου έπαιζε ένα άσχημο παιχνίδι αφήνοντας τον αέρα να μπει μέσα μου λίγο πριν λιποθυμήσω από ασφυξία. Αλλά μόνο για μια ανάσα. Μόνο για να συνεχίσω να ζω την στιγμή ‘πριν το τέλος’ . Έφυγα από το σπίτι για μια περπατητή με τον αδερφό μου στη γειτονιά. Οι ανάσες μου έρχονταν μετά από προσπάθεια, ο πόνος στο έντερο , στο στομάχι και στο στήθος με περιέπαιζε και οι αισθήσεις μου σε κατάσταση ύπνου. Μετά από ώρα πήγα στο νοσοκομείο. Ο πνευμονολόγος δεν βρήκε τίποτα. Δεν άντεχα να φτάνω το θάνατο και να τον αφήνω να με προσπερνάει και έτσι πήγα σπίτι. Ο αγώνας δρόμου συνεχίστηκε μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Ένας αγώνας που τότε δεν ήξερα οτι είχε ξεκινήσει από εμένα.   Ακολούθησαν και άλλες επισκέψεις πανικού σε μένα και πολλές επισκέψεις δικές μου σε γιατρούς. Πνευμονολόγους, ωριλά, γαστρεντερολόγους, παθολόγους. Τουλάχιστον  δύο διαφορετικοί από κάθε ειδικότητα. Αφού μάζεψα μια σακούλα φάρμακα, αναμνηστικό από κάθε επίσκεψη, σταμάτησα τελείως τη δουλειά. Με βρίσκει η κατάθλιψη με σπασμένα νεύρα , και εγώ με χαρά την προσκάλεσα να μείνει μαζί μου. Οι παρενέργειες από τα φάρμακα με έπεισαν οτι δεν είχα αληθινή διάγνωση. Έτσι με πολύ κόπο , κάποια μέρα ντύθηκα, με ακόμα μεγαλύτερη προσπάθεια βγήκα από το σπίτι και με υπεράνθρωπες προσπάθειες μπήκα σε ταξί. Πήγα σε ραντεβού με έναν ψυχίατρο τον οποίο πλήρωσε η θεία μου. Είχε έρθει και μαζί μου. Βλέπετε εκτός από την κατάθλιψη είχα και σωματική αδυναμία αφού δεν έτρωγα τίποτα για καιρό. Ούτε κινιόμουν για καιρό. Εγώ και το δωμάτιό μου είμασταν ένα. Όποιος ερχόταν για να με δει με τυρανούσε. Με τυρανούσε γιατί δεν μπορούσα να πω ‘φύγε’. Ούτε κάτι άλλο έλεγα. Μόνο πότε πότε ρωτούσα το γιό μου αν έφαγε.
Ο ψυχίατρος με τσάντισε και μου ήταν ιδιαίτερα αντιπαθείς όμως μου έδωσε υπόσχεση οτι σε λίγο καιρό θα γίνω καλά.  Όντως σε λίγες μέρες μιλούσα περπατούσα και με δειλά βήματα ζούσα. Αλλά ακόμα κάτι έλειπε. Ητελευταία μου επίσκεψη στο νοσοκομείο έγινε γιατί έπαθα αφυδάτωση. Εκεί μου έδωσαν μια αναγκαστική διατροφή και φεύγοντας ανατρίχιασα στη σκέψη οτι ένιωθα χορτάτη μόνο από τον ορό που μου έδωσαν . Στο σπίτι πέταξα όλα τα φάρμακα έκτός από του ψυχιάτρου και άρχισα να τρώω. Τώρα είμαι πολύ καλά όμως η θεραπεία ακόμα συνεχίζεται. Ο φίλος μου ο πανικός είναι κοντά μου. Δεν με επηρεάζει, δε μου λέει τί να κάνω, ούτε μου δημιουργεί εκείνες τις πολύωρες κρίσεις.  Αλλά δεν με φιβίζει πια. Τώρα έχω καταλάβει οτι είναι φίλος μου. Με έσωσε.
Στην αρχή με φόβιζε και ένιωθα οτι μου σταματάει τη ζωή. Σιγά σιγά όμως κατάλαβα αυτό που ήθελε να μου πει. Δεν χρειαζόταν να κάνω δύο δουλειές για να τα βγάλω πέρα. Δεν χρειαζόταν να κοιμάμε δύο ώρες ημερησίως εκτός Σαββατοκύριακου που έφταναν τις πέντε. Ούτε να περιμένω το καλοκαίρι για να κοιμάμε καθημερινά τέσσερις. Ούτε να πηγαίνω το γιό μου δυο φορές τη μέρα βόλτα. Καμμιά φορά για να δεις τη ζωή σου πρέπει να βγεις λίγο από αυτήν. Έτσι κι εγώ . Την είδα. Είδα πόσο καλή φίλη ήμουν αφού μου στάθηκαν όλοι. Και έχω αρκετούς. Για όλους έχω αφήσει τις δυο ώρες ύπνο για να είμαι δίπλα τους και δεν υπάρχει π΄0ονος ή χαρά τους που να έλειπα. Όσα και αν είχα να κάνω. Είδα πόσο καλά έχω μεγαλώσει το γιό μου. Μεγάλωσε. Οι βόλτες του ,η διασκέδασή του η υγεία και η ευτυχία του δεν υπάρχουν επέιδή είμαι άυπνη. Υπάρχουν επειδή ήμουν δίπλα του συνέχεια και με υπομονή και ειλικρίνεια του έδειξα το δρόμο. Και έτσι τώρα έχουμε τους χρόνους μας. Είδα πόσο καλή αδερφή. κόρη και φοιτήτρια ήμουν. Είχα περάσει πολλά μαθήματα  κι έτσι δικαιούμουν ένα διάλειμμα. Άφησα για πάντα πίσω την επιβίωση και τώρα ζω. Βέβαια με τις τότε συνθήκες δεν γινόταν αλλιώς. Αλλά τώρα πια δεν χρειάζεται. Συνεχίζω βέβαια να είμαι δραστήρια. Αλλά ο φίλος μου ο πανικός μου έδειξε άλλους δρόμους. Γι ‘ αυτό και μόνο είναι τιμή μου που τον αποκαλώ φίλο. Γιατί εκτός από αυτά που είδα εγώ έκανε και τους γύρω μου να δουν κάποια πράγματα για μένα. Πράγματα που τα θεωρούσαν δεδομένα.
Τώρα οι κρίσεις πανικού μοιάζουν όνειρο που πέρασε. Ζω την περίοδο αποχαιρετισμού με αυτόν τον ιδιόμορφο φίλο που μπήκε στη ζωή μου πριν ενάμιση χρόνο. Σαν καλός φίλος αποχωρεί όταν βλέπει οτι δεν έχει τίποτα άλλο να δώσει…αν μείνει μόνο κακό θα κάνει. Αντίθετα από μένα που έχω να δώσω. Καλέ μου φίλε αντίο.  

  

Γειά σου Χρήστο

Το είχα δει. Πριν τρεις μέρες. Ήμουν σε κατάσταση ύπνου και είχα περάσει στην απέναντι όχθη. Όμως δεν ήξερα οτι ήταν για σένα. Αν το ήξερα θα είχα έρθει να σε χαιρετήσω. Συγγνώμη. Να σε αποχαιρετήσω.
Δεν σε αγαπάω πια. Φαντάζομαι το ήξερες. Αυτό που ζήσαμε ήταν όμορφο. Παιδική αγάπη. Όμως εσύ άφηνες τις ουσίες να μπουν στην καρδιά σου. Έτσι είχες δύο θεούς, μη μπορώντας να με αγαπήσεις όπως γεννήθηκα για να αγαπώ εγώ, ολοκληρωτικά. Μόνο ολοκληρωτικά μπορώ να νιώσω την αγάπη. Μα οι ουσίες δεν σε άφηναν. Μπαίναν στο αίμα σου και καταστρέφοντας το μυαλό , φτάνανε και αλλιώναν και την ψυχή σου. Δεν το είδες. Όχι τουλάχιστον όταν το είδα εγώ. Και ας ήμουν μόλις δεκαεπτά. Έτσι έφυγα.
Βλέπεις τότε ήμουν θεά. Δημιουργούσα. Δημιουργούσα μέσα στο κορμί μου το γιό μας. Στα χρόνια που πέρασαν τίποτα. Μόνο το φθινόπωρο που συναντηθήκαμε σου ζήτησα κάτι. Να γνωρίσει το παιδί μου τους προγόνους μου. Και έτσι απλά ο γιός μου απέκτησε έναν παππού και μια γιαγιά ακόμα.
Δεν με πείραζε που δεν είχες δύναμη να κοιτάξεις το παιδί στα μάτια. Ούτε που δείλασες να του μιλήσεις. Ένιωθα ασφάλεια απόστασης αφού οι ουσίες υπήρχαν ακόμη μέσα σου.
Έτσι ήρθα από το σπίτι σου προχτές. Ήρθε και το παιδί. Χαιρέτησε τη γιαγιά και τον παππού και έφυγε. Εγώ έκατσα κι άλλο. Μου είπαν οτι θα σε έφερνε ο αδερφός σου.
Ήθελα να σε δω να σου μιλήσω. Όταν άνοιξε το λευκό καπάκι ‘ημουν εκεί. Το καντήλι και η λαμπάδα ανάφτηκαν από τον αναπτήρα μου , όχι όμως και από μένα.  Από τον δακρυσμένο πατέρα σου. Τα λευκά λουλούδια πάνω σου τόνιζαν την χλωμάδα σου . Μετά από λίγο έφυγα…Τα μοιρολόγια με συνέτριψαν. Με βήματα σταθερά περπατούσα πολύ αργα ώστε ο ήχος τους να με συνοδέψει όσο γινόταν περισσότερο.
Κι έτσι απλά σου είπα αντίο. Δεν θύμωσα που έφυγες. Θύμωσα γιατί δεν ήξερα τί να πω στο παιδί. Στο παιδί μου που έμεινε ορφανό από έναν πατέρα που ήταν απών. Βέβαια εγώ σε έδιωξα, Και σε ξαναέδιωξα. Και έφυγα, και ξαναέφυγα. Αλλά εσύ δεν ήσουν έτοιμος. Αν ήσουν θα σε δεχόμουν.
Έτσι τώρα πια δεν έχω τίποτα με σένα. Ούτε μίσος , ούτε αγάπη, ούτε οργή, ούτε λύπη, ούτε απωθημένα. Για μένα εμείς κάναμε τον κύκλο μας. Έναν κύκλο που έκλεισε εδώ και χρόνια. Δεν έχω τίποτα άλλο από ένα γλυκό αντίο. Μόνο κάτι τελευταίο. Θέλω και εσύ να μου το πεις. Το ξέρω είναι δύσκολο. Δοκίμασε να με βρεις όταν θα περάσω στην απέναντι όχθη, που για τους πολλούς θα βρίσκομαι σε κατάσταση ύπνου….

Η Νατάσσα

Ήμουν δεκαέξι όταν τη γνώρισα και αυτή δέκαεννιά. Στην πρώτη μας συνάντηση με κέρδισε με το χιούμορ της και την αφέλειά της. Μετά από τα πρώτα δέκα λεπτά που της μιλούσες έβλεπες μια ψυχούλα μπροστά σου. Μετά τα πρώτα δέκα λεπτά. Πριν ήταν σφιγμένη , φοβισμένη, τσαμπουκαλεμένη και όλα αυτά μέσα από το γαλάζιο βλέμμα της να σε απειλούν . Η εμφάνισή της ολοκλήρωνε έναν μύθο. Βαμμένη ξανθιά, με λευκό δέρμα, ντελικάτο κορμάκι, γαμψή μύτη και στυλ που φώναζε από μακριά ‘είμαι πόρνη, τί θες;’.
Ναι  η Νατασσούλα ήταν πόρνη. Δούλευε σε ένα σπίτι στην Αθήνα. Δούλευε από τα δεκαπέντε της όταν την έδιωξαν οι γονείς από το σπίτι και κατέβηκε στην πρωτεύουσα. Δεν   ξέρω τί και πώς, αλλά δεν έχει σημασία. Σε μένα δεν μίλησε ποτέ για τη δουλειά της. Έκανα πως δεν το ήξερα. Δεν ήθελα να βρεθεί σε δύσκολη θέση… Σιγά σιγά η Νατασσούλα έγινε φίλη καλή. Ερχόταν επαρχία με ρεπό κάθε φορά που είχε περίοδο. Εδώ ήταν  οαρραβωνιαστικός της. Ένας σαραντάρης νταβαντζής του κώλου που της είχε γνωρίσει την μητέρα του για να την δέσει και να της τρώει όλα της τα λεφτά. Έβγαζε χρήμα το κοριτσάκι. Όταν έμαθα  λεπτομέρειες  ανατρίχιασα. Όσο οι πελάτες στο σαλόνι διασκέδαζαν με τσόντα που έπαιζε στο βίντεο, η Νατασσούλα φορούσε τα εσώρουχά της και ένα μια βόλτα στο σαλόνι. Γυρνούσε στο δωμάτιό της , έβαζε αναισθητική αλοιφή στο επίμαχο σημείο του σώματός της και περίμενε όποιον την είχε διαλέξει. Ο πελάτης είχε πέντε λεπτά άσχετα με το αν είχε τελειώσει ή όχι. Μετά πλενόταν , φορούσε εσώρουχα και ξανά πασαρέλα μέχρι να τελειώσει η βάρδιά της. Στο τέλος γινόταν λογαριασμός. Τρεις χιλιάδες χρεωνόταν ο κάθε πελάτης. Ενάμιση για τη Νατάσσα και ενάμιση για το σπίτι. Το κατοστάρικο το είχε σίγουρο σε καθημερινή η Νατάσσα, το ίδιο και ο Στάθης ( ο αρραβωνιάρης).
Με τον καιρό που κάναμε παρέα η Νατάσα μου ανοίχτηκε. Δεν παραδέχτηκε τίποτα ,αλλά και εγώ δεν έκανα οτι δεν ήξερα. Ένιωθε οτι την είχα δεχτεί όποως είναι και έτσι άρχισε να δένεται μαζί μου. Σε μια από τις επισκέψεις της ήρθε με το μηχανάκι που της είχε κάνει δώρο (;) ο Στάθης. Καμάρωνε και ένιωθε να την αγαπούν. Έλαμπε εκείνη τη μέρα. Μου φανέρωσε πως μένει σε ξενοδοχείο στην Αθήνα. Προσπάθησα να την πίσω να νοικιάσει σπίτι, να νιώθει πιο καλά πιο ήρεμα. Τότε συνφώνησε αλλά οι άλλοι δεν την άφησαν. Κανείς από τον περίγυρο δεν ήθελε να νιώθει ασφάλεια η Νατάσσα.
Έτσι συνεχίστηκε η ανασφάλεια. Μετά τη δουλειά, ξενοδοχείο, μοναξιά…Ήρθε μια μέρα σπίτι και έλαμπε. Ήταν έγκυος. Όλοι οι άλλοι οι γνωστοί της έκαναν την ηλίθια ερώτηση’ ξέρεις ποιανού είναι;’ . Ηλίθιοι. Στην εργασία της έπαιρνε προφύλαξη και στην προσωπική της ζωή δεν είχε μάτια για άλλον.
Το ήθελε πολύ το παιδί. Σκέφτηκε πως ήρθε η ώρα τα λόγια του Στάθη να γίνουν πράξη, να παντρευτούν. Αυτός ο γάμος όμως δεν έγινε ποτέ. Την έπεισε να το ρίξει και ήταν πολύ τρυφερός μαζί της για λίγο καιρό. Μετά για να της δίξει πως δεν πρέπει να ξαναμείνει έγκυος, άφησε να μαθευτεί πως είχε άλλη στην Θεσσαλονίκη. Και έτσι η Νατασσούλα άρχισε να τον διεκδικεί πάλι. Η αγάπη της για αυτόν ήταν μεγάλη. Αυτός το ήξερε και το χρησιμοποιούσε όσο περισσότερο γινόταν.
Για να τον ευχαριστήσει πήγε με πολλούς μια βραδιά. Του έδωσε τριακόσια χιλιάρικα και τον ρώτησε αν η άλλη μπορεί να βγάλει τόσα σε μια μέρα. Την φίλησε και τη έφερε στην επαρχία για μια μέρα , και καλά. Όταν την είδα έπαθα πλάκα. Δεν μπορούσε να κουνηθεί. Με δυσκολία καθόταν. Βούρκωσα. Μου είπε να μην ανυσηχώ και οτι νιώθει έτσι επειδή πέρασε η επίδραση της αναισθητικής αλοιφής.
Την αγκάλιασα και άλλαξα συζήτηση. Της είπα πόσο όμορφα μυρίζει. Το άρωμά της ήταν παιδικό. Ήταν καθαρό και αγνό σαν την ψυχή της.
Έχω χρόνια να την δω. Η εικόνα της μου έρχεται στο νου καμμιά φορά που συναντώ κοπέλες με την ευχάριστη διάθεσή της. Με το χιούμορ της . με την αφέλειά της. Με την αγνότητά της. Ήταν ένα παιδί που δεν έπαιξε. Ένα παιδί που δεν το φρόντισαν. Ένα παιδί που το εκμεταλεύτηκαν με το σεξ. Ειρωνικό δεν είναι; Το πιο όμορφο πράγμα στον κόσμο να το χρησιμοποιούν κάποιοι για εκμετάλευση;
Ξέρω πως η ζωή είναι άδικη. Ξέρω πως ο δρόμος που πήρε την οδήγησε σε άσχημα μονοπάτια. Ένα πράγμα θέλω μόνο. Να την φυλάει  ο θεός σε ότι κι αν κάνει. Και αν υπάρχει παράδεισος, όταν έρθει η ώρα να την πάει εκεί. Αρκετή κόλαση ζει εδώ.
Φιλιά Νατασσούλα μου όπου και αν είσαι. Να προσέχεις 

ΧΩΡΙΣ ΕΜΠΝΕΥΣΗ

Έχω τόσα μα τόσα πολλά να πω. Τόσ α πολλά να εκφράσω . Όμως δεν μπορώ. Ή στείρα έμπνευσή μου με περιγελά. Δέθηκε ο κόμπος στο λαιμό , τα δάχτυλά μου βάρυναν , τα μάτια μου ταξιδεύουν και η σκέψη μου, αχ η σκέψη μου χοροπηδάει σαν χαρούμενη παιδούλα σε λουλουδιασμένο κήπο. Σε μια στιγμή μπερδεύεται σε σκοτεινό λαβύρινθο αποζητώντας μάταια την έξοδο. Την άλλη στιγμή πέφτει στον βούρκο νιώθοντας όλη την αηδία και την βρώμα, έτσι όπως νιώθω για την κοινωνία . Για όλα τα δρώμενα για όλες τις αδικίες για όλους τους επιφανείς . Για όλους τους φελλους που επιπλέουν νομίζοντας πως ξεχωρίζουν με την ελαφρότητά τους.
Ξαφνικά πάλι ο λαβύρινθος. Όπως ακριβώς νιώθω όταν βρίσκομαι σε απόγνωση. Όπως νιώθω σε κάθε απογοήτευση. Σε κάθε αποχωρισμό. Σ ε κάθε αποτυχία.
Να ΄σου και ο κήπος . Σαν την ημέρα που κέρδισα μετάλλειο στον αγώνα. Γελάγαμε , κλαίγαμε, χοροπηδούσαμε, μεθύσαμε. Όπως νιώθω όταν βλέπω αυτούς που αγαπώ, όταν μυρίζω μεθυστικά αρρώματα γεμάτα εικόνες από το ευτυχισμένο παρελθόν, όταν γράφω blogakia.
Γιατί η σκέψη μου με προδίδει σήμερα? Τι το διαφορετικό έγινε?
Οι εικόνες  έρχονται χωρίς σειρά αποκαλύπτοντάς μου τη δυσαρμονία της ζωής μου. 
Ευτυχία ,δυστυχία, χαρά, λύπη,πόνος,γαλήνη, απόγνωση και ξανά από την αρχή. Έμπνευσή μου θα σε καλέσω άλλη ώρα…